αποφασισμένος

(προωθήθηκε από αποφασισμένο)
Μεταφράσεις

αποφασισμένος

(apofasi'zmenos) αρσενικό

αποφασισμένη

(apofasi'zmeni) θηλυκό

αποφασισμένο

determined, resoluteمُصِرّpevně rozhodnutýbeslutsomentschlossendecididopäättäväinendéterminéodlučandeterminato断固とした단호한vastberadenmåbevisstzdecydowanydeterminadoрешительныйbestämdเด็ดเดี่ยวkararlıkiên quyết决意的, 确定確定определя (apofasi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
έτοιμος, που δε διστάζει πια Είναι αποφασισμένη να γυρίσει σελίδα. είμαι αποφασισμένος για όλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close