αποφασιστικός

Μεταφράσεις

αποφασιστικός

(apofasisti'kos) αρσενικό

αποφασιστική

(apofasisti'ci) θηλυκό

αποφασιστικό

decisivedécisifحَاسِمrozhodujícíafgørendeentschlossendecisivoratkaisevaodlučandecisivo決定的な결정적인beslissendavgjørendedecydującydecisivoрешительныйbeslutsamซึ่งลงความเห็นแล้วbelirleyicimang tính quyết định决定性的 (apofasisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σίγουρος αποφασιστικός άνθρωπος
2. καθοριστικός, κρίσιμος Oι επόμενοι μήνες θα είναι αποφασιστικοί για το μέλλον.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close