| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.073.896 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποφασιστικότητα |
0,02 sec. |
|
|
αποφασιστικότητα decisiveness, determination, resolve, resolution تصميم rezolutnost resolution Entschlossenheit resolución, determinación päättäväisyys résolution rezolucija risoluzione 決意 결심 resolutie besluttsomhet postanowienie resolução, determinação разрешение upplösning ความเด็ดเหนี่ยวแน่นอน kararlılık sự kiên định 决议 определяне נחישות
ουσ θ αποφασιστικότητα [apofasisti'kotita] σιγουριά certitude; assurance ενεργώ με αποφασιστικότητα agir avec détermination Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|