| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.818.884 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποφασιστικότητα |
0,02 sec. |
|
αποφασιστικότητα decisiveness, determination, resolve, resolution تصميم rezolutnost resolution Entschlossenheit resolución päättäväisyys résolution rezolucija risoluzione 決意 결심 resolutie besluttsomhet postanowienie resolução разрешение upplösning ความเด็ดเหนี่ยวแน่นอน kararlılık sự kiên định 决议 ουσ θ αποφασιστικότητα [apofasisti'kotita] σιγουριά certitude; assurance ενεργώ με αποφασιστικότητα agir avec détermination Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|