αποφεύγω

Μεταφράσεις

αποφεύγω

avoid, eschew, dodge, evade, shirk, shunيَتَجَنَّبُvyvarovat seundgåvermeidenevitarvälttääéviterizbjegavatievitare避ける피하다vermijdenunngåuniknąćevitarизбегатьundvikaหลีกเลี่ยงkaçınmaktránh避免避免להימנע (apo'fevɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξεφεύγω από αποφεύγω μια κρίση αποφεύγω έναν κίνδυνο
2. κρατάω απόσταση από αποφεύγω κπ αποφεύγω να συναντήσω κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close