| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.556.001 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποφυλάκιση υπό όρους |
0,02 sec. |
|
αποφυλάκιση υπό όρους إطلاق سراح مشروط αποφυλάκιση υπό όρους podmíněné propuštění αποφυλάκιση υπό όρους prøveløsladelse αποφυλάκιση υπό όρους Bewährung αποφυλάκιση υπό όρους parole αποφυλάκιση υπό όρους libertad condicional αποφυλάκιση υπό όρους ehdonalainen vapaus αποφυλάκιση υπό όρους liberté conditionnelle αποφυλάκιση υπό όρους puštanje na slobodu αποφυλάκιση υπό όρους libertà condizionale αποφυλάκιση υπό όρους 仮釈放 αποφυλάκιση υπό όρους 가석방 αποφυλάκιση υπό όρους parool αποφυλάκιση υπό όρους prøveløslatelse αποφυλάκιση υπό όρους zwolnienie warunkowe αποφυλάκιση υπό όρους liberdade condicional αποφυλάκιση υπό όρους условно-досрочное освобождение αποφυλάκιση υπό όρους villkorlig frigivning αποφυλάκιση υπό όρους การพ้นโทษอย่างมีเงื่อนไขหรือทำทัณฑ์บนไว้ αποφυλάκιση υπό όρους şartlı tahliye αποφυλάκιση υπό όρους ân xá αποφυλάκιση υπό όρους 假释 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|