| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.581.165 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποφυλακίζω |
0,01 sec. |
|
αποφυλακίζω ρ μεσοπαθ αποφυλακίζω [apofila'cizo] βγάζω από τη φυλακή libérer ρ μεσοπαθ αποφυλακίζομαι [apofila'cizome] βγαίνω από τη φυλακή être libéré/-éeêtre relâché/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|