| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.085.434 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποχή |
0,02 sec. |
|
|
αποχή abstention, forbearance abstención 弃权 astensione abstention onthouding abstenção 棄權 棄権
ουσ θ αποχή [apo'çi] 1 μη συμμετοχή abstention; forfait δηλώνω αποχή déclarer forfait 2 το να αποφεύγω την κατανάλωση κπ ουσίας abstinence κάνω αποχή από το αλκοόλ faire abstinence d'alcool Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|