| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.456.430 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποχή |
0,01 sec. |
|
αποχή abstention, forbearance ουσ θ αποχή [apo'çi] 1 μη συμμετοχή abstention; forfait δηλώνω αποχή déclarer forfait 2 το να αποφεύγω την κατανάλωση κπ ουσίας abstinence κάνω αποχή από το αλκοόλ faire abstinence d'alcool Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|