αποχή

Μεταφράσεις

αποχή

abstention, forbearanceabstençãoabstención棄権弃权astensioneonthoudingabstention棄權 (apo'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μη συμμετοχή αποχή από τις εκλογές δηλώνω αποχή
2. το να αποφεύγω την κατανάλωση κπ ουσίας κάνω αποχή από το αλκοόλ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close