| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.803.469.085 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποχωρώ |
0,06 sec. |
|
αποχωρώ zurücktreten, aussteigen resign, retire, withdraw, opt out alejarse, retirarse, borrarse de se retirer, se désengager abbandonare, ritirarsi, rinunciare a se retrage يقرر rozhodnout (se) k neúčasti trække sig ud af jättäytyä pois povući se ・・・から脱退する 손을 떼다 niet meer meedoen trekke (seg) zdecydować inaczej optar por não participar уклоняться dra sig ur เลือกที่จะไม่เกี่ยวข้องด้วย çekilmek không tham gia vào 决定退出 ρ αμετβ αποχωρώ [apoxo'ro] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|