| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.087.615 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απρέπεια |
0,02 sec. |
|
|
απρέπεια
ουσ θ απρέπεια [a'prepia] αγένεια inconvenance; indécence κάνω μια απρέπεια commettre une inconvenance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|