απραγματοποίητος

(προωθήθηκε από απραγματοποίητο)
Μεταφράσεις

απραγματοποίητος

(apraɣmato'piitos) αρσενικό

απραγματοποίητη

(apraɣmato'piiti) θηλυκό

απραγματοποίητο

(apraɣmato'piito) ουδέτερο
επίθετο
1. ανικανοποίητος απραγματοποίητα όνειρα
2. που δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα απραγματοποίητα σχέδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close