| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.496.879 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απροετοίμαστος |
0,01 sec. |
|
απροετοίμαστος επίθ α / θ / ουδ απροετοίμαστος, απροετοίμαστη, απροετοίμαστο [aproe'timastos, aproe'timasti, aproe'timasto] που δεν είναι έτοιμος qui n'est pas préparé/-ée Ήμουν απροετοίμαστος. Je n'étais pas préparé. Με βρίσκεις απροετοίμαστο! Tu me prends au dépourvu ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|