απροσάρμοστος

(προωθήθηκε από απροσάρμοστο)
Μεταφράσεις

απροσάρμοστος

(apro'sarmostos) αρσενικό

απροσάρμοστη

(apro'sarmosti) θηλυκό

απροσάρμοστο

(apro'sarmosto) ουδέτερο
επίθετο
1. διανοητικά καθυστερημένος απροσάρμοστα παιδιά
2. που δε συμμορφώνεται απροσάρμοστος στις αλλαγές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close