| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.100.648 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απροσάρμοστος |
0,02 sec. |
|
|
απροσάρμοστος
επίθ α / θ / ουδ απροσάρμοστος, απροσάρμοστη, απροσάρμοστο [apro'sarmostos, apro'sarmosti, apro'sarmosto] 2 που δε συμμορφώνεται qui ne s'adapte pasinadaptable απροσάρμοστος στις αλλαγές qui ne s'adapte pas aux changements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|