απροσδιόριστος

(προωθήθηκε από απροσδιόριστη)
Μεταφράσεις

απροσδιόριστος

(apros'ðjoristos) αρσενικό

απροσδιόριστη

(apros'ðjoristi) θηλυκό

απροσδιόριστο

(apros'ðjoristo) ουδέτερο
επίθετο
ακαθόριστος έχω απροσδιόριστη ηλικία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close