| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.489.969 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απροσδιόριστος |
0,03 sec. |
|
απροσδιόριστος επίθ α / θ / ουδ απροσδιόριστος, απροσδιόριστη, απροσδιόριστο [apros'ðjoristos, apros'ðjoristi, apros'ðjoristo] ακαθόριστος indéterminé/-ée έχω απροσδιόριστη ηλικία avoir un âge indéterminé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|