απρόβλεπτος

(προωθήθηκε από απρόβλεπτη)
Μεταφράσεις

απρόβλεπτος

(a'provleptos) αρσενικό

απρόβλεπτη

(a'provlepti) θηλυκό

απρόβλεπτο

unforeseen, unpredictableلا يـُمْكِنُ التَنَبُّؤُ بِهnepředvídatelnýuforudsigeligunvorhersehbarimprevisiblearvaamatonimprévisiblenepredvidljivimprevedibile予測できない예측할 수 없는onvoorspelbaaruforutsigbarnieprzewidywalnyimprevisívelнепредсказуемыйoförutsägbarไม่สามารถคาดการณ์ได้ne yapacağı belli olmayankhông thể đoán trước不可预测的 (a'provlepto) ουδέτερο
επίθετο
απρόοπτος απρόβλεπτες συνέπειες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close