| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.224.043 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απρόβλεπτος |
0,03 sec. |
|
απρόβλεπτος unforeseen, unpredictable لا يمكن التنبؤ به nepředvídatelný uforudsigelig unvorhersehbar imprevisible arvaamaton imprévisible nepredvidljiv imprevedibile 予測できない 예측할 수 없는 onvoorspelbaar uforutsigbar nieprzewidywalny imprevisível непредсказуемый oförutsägbar ทำนายไม่ได้ ne yapacağı belli olmayan không thể đoán trước 不可预测的 επίθ α / θ / ουδ απρόβλεπτος, απρόβλεπτη, απρόβλεπτο [a'provleptos, a'provlepti, a'provlepto] απρόοπτος imprévu/-ueimprévisible απρόβλεπτες συνέπειες des conséquences imprévisibles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|