Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.234.581 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απρόθυμος

0,02 sec.
απρόθυμος unwilling, reluctant
απρόθυμος ممانع
απρόθυμος neochotný
απρόθυμος modvillig
απρόθυμος widerwillig
απρόθυμος reacio
απρόθυμος vastahakoinen
απρόθυμος réticent
απρόθυμος nesklon
απρόθυμος riluttante
απρόθυμος いやいやながらの
απρόθυμος 마음이 내키지 않는
απρόθυμος onwillig
απρόθυμος motvillig
απρόθυμος niechętny
απρόθυμος relutante
απρόθυμος неохотный
απρόθυμος motvillig
απρόθυμος ไม่เต็มใจ
απρόθυμος gönülsüz
απρόθυμος miễn cưỡng
απρόθυμος 勉强的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.