| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.993.017 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απρόοπτος |
0,01 sec. |
|
απρόοπτος unexpected, unforeseen επίθ α / θ / ουδ απρόοπτος, απρόοπτη, απρόοπτο [a'prooptos, a'proopti, a'proopto] επίρρ απρόοπτα [a'proopta] χωρίς ειδοποίηση à l'improviste φτάνω απρόοπτααπροειδοποίητα arriver à l'improviste Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|