| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.609.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απρόσεκτος |
0,01 sec. |
|
απρόσεκτος inattentif, négligent careless, cursory, heedless, inattentive مهمل neopatrný skødesløs nachlässig descuidado huolimaton nebrižan negligente 不注意な 부주의한 achteloos uvøren niedbały descuidado небрежный slarvig ไม่ระมัดระวัง dikkatsiz cẩu thả 粗心大意的 επίθ α / θ / ουδ απρόσεκτος, απρόσεχτος, απρόσεκτη, απρόσεκτο [a'prosektos, a'prosextos, a'prosekti, a'prosekto] 1 αφηρημένος inattentif/-ive απρόσεκτος οδηγός un conducteur inattentif επίρρ απρόσεκτα [a'prosekta] χωρίς να προσέχω étourdimentsans faire attention μιλάω απρόσεκτα parler étourdiment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|