Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.469.914 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απρόσεκτος
(προωθήθηκε από απρόσεκτη)

0,02 sec.
απρόσεκτος inattentif, négligent careless, cursory, heedless, inattentive مهمل neopatrný skødesløs nachlässig descuidado huolimaton nebrižan negligente 不注意な 부주의한 achteloos uvøren niedbały descuidado небрежный slarvig ไม่ระมัดระวัง dikkatsiz cẩu thả 粗心大意的
επίθ α / θ / ουδ απρόσεκτος, απρόσεχτος, απρόσεκτη, απρόσεκτο [a'prosektos, a'prosextos, a'prosekti, a'prosekto]
1 αφηρημένος inattentif/-ive
απρόσεκτος οδηγός un conducteur inattentif
2 άτσαλος étourdi/-ie
απρόσεκτες κινήσεις des gestes étourdis
επίρρ απρόσεκτα [a'prosekta]
χωρίς να προσέχω étourdimentsans faire attention
μιλάω απρόσεκτα parler étourdiment


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.