απρόσεκτος

(προωθήθηκε από απρόσεκτο)
Μεταφράσεις

απρόσεκτος

(a'prosektos)

απρόσεχτος

(a'prosextos) αρσενικό

απρόσεκτη

(a'prosekti) θηλυκό

απρόσεκτο

négligent, inattentifcareless, cursory, heedless, inattentiveمُهْمِلneopatrnýskødesløsnachlässigdescuidadohuolimatonnemarannegligente不注意な부주의한achteloosuvørenniedbałydescuidadoнебрежныйslarvigไม่ระมัดระวังdikkatsizbất cẩn粗心大意的 (a'prosekto) ουδέτερο
επίθετο
1. αφηρημένος απρόσεκτος οδηγός
2. άτσαλος απρόσεκτες κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close