| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.483.523 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απρόσιτος |
0,01 sec. |
|
απρόσιτος inaccessible επίθ α / θ / ουδ απρόσιτος, απρόσιτη, απρόσιτο [a'prositos, a'prositi, a'prosito] 1 που δεν πλησιάζεται εύκολα inaccessible απρόσιτος τόπος un lieu inaccessible 2 με τον οποίο δεν κάνουμε εύκολα σχέση inaccessible απρόσιτος άνθρωπος une personne inaccessible 3 για το οποίο δεν έχουμε τη δυνατότητα inabordableprohibitif/-ive απρόσιτες τιμές des prix inabordables Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|