απτόητος

Μεταφράσεις

απτόητος

(a'ptoitos) αρσενικό

απτόητη

(a'ptoiti) θηλυκό

απτόητο

undaunted, steadfast (a'ptoito) ουδέτερο
επίθετο
ατάραχος, άφοβος Συνέχισε απτόητος το λόγο του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close