| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.114.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απωθητικός |
0,01 sec. |
|
απωθητικός repugnant, repulsive, appalling, repellent طَارِد, مروع odpuzující, strašný forfærdende, frastødende entsetzlich, widerlich atroz, repelente kauhistuttava, vastenmielinen atroce, repoussant odbojan, užasan repellente, spaventoso ぞっとするような, 嫌な 무서운, 불쾌한 afwerend, ontstellend frastøtende, fryktelig odpychający, przerażający pavoroso, repugnante, repulsivo репеллент, ужасный förfärlig, frånstötande ซึ่งทำให้ตกใจ, ทำให้เป็นที่รังเกียจ itici, korkunç ghê tởm, kinh khủng 排斥的, 骇人听闻的 επίθ α / θ / ουδ απωθητικός, απωθητική, απωθητικό [apoθiti'kos, apoθiti'ci, apoθiti'ko] αποκρουστικός repoussant/-ante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|