απωθώ

Μεταφράσεις

απωθώ

repelrepousser, révulser (apo'θo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. διώχνω αποκρούω τον εχθρό
2. αηδιάζω Αυτή η μυρωδιά με απωθεί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close