| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.119.194 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απόδειξη |
0,01 sec. |
|
|
απόδειξη Beweis proof, evidence, receipt facture, facturette, preuve prova доказательство bewijs prova dowód prueba доказателство důkaz bevis הוכחה 증거 bevis
ουσ θ απόδειξη [a'poðiksi] 1 ενδεικτικό στοιχείο signe; indice αδιάσειστη απόδειξη une preuve irréfutable 2 παρουσίαση θεωρίας démonstration μαθηματική απόδειξη une démonstration mathématique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|