απόδειξη

Μεταφράσεις

απόδειξη

Beweis, Korrekturfahneproof, evidence, receiptpreuve, facture, facturetteبُرْهَانdůkazbevispruebatodistedokazprova証拠증거bewijsprøvetrykkbadanie, dowódprova, comprovanteподтверждение, доказательствоkorrektur, bevisข้อพิสูจน์deneme baskısıbằng chứng证据доказателствоהוכחה (a'poðiksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ενδεικτικό στοιχείο αδιάσειστη απόδειξη έχω αποδείξεις
2. παρουσίαση θεωρίας μαθηματική απόδειξη
3. αποδεικτικό πληρωμής ή παραλαβής εκδίδω κόβω απόδειξη απόδειξη ενοικίου απόδειξη αγοράς απόδειξη παραλαβής εμπορευμάτων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close