| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.899.790 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απόθεμα |
0,01 sec. |
|
απόθεμα stock, fund, hoard, reserve احتياطي, مخزون rezerva, sklad aktie, reserve Reserve, Vorrat existencias, reserva vara, varasto réserve, stock rezerva, roba riserva, scorta 在庫品, 蓄え 보유, 재고 reserve, stok reserve, varelager powściągliwość, zapas estoque, reserva, stock запас boka, buljong การเก็บรักษา, คลังสินค้า stok, yedek hàng tồn kho, vật dự trữ 保留, 库存 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|