απόκτημα

Μεταφράσεις

απόκτημα

acquisition, asset, accessionacquisition (a'poktima)
ουσιαστικό ουδέτερο
κτ που έχω αποκτήσει Μου έδειξε το νέο του απόκτημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close