| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.709.945 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απόλυτος |
0,02 sec. |
|
απόλυτος absolute, outright, utter absolu абсолютный επίθ α / θ / ουδ απόλυτος, απόλυτη, απόλυτο [a'politos, a'politi, a'polito] 1 πλήρης richesubstantiel/-elle 2 ακλόνητος ferme είμαι απόλυτος être intransigeant επίρρ απόλυτα, απολύτως [a'polita, apo'litos] τελείως aveuglément Είμαι απόλυτα σύμφωνος. Je suis entièrement d'accord. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|