| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.067.164 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απόμαχος |
0,02 sec. |
|
απόμαχος ουσ απόμαχος [a'pomaxos] που πολέμησε όταν ήταν νέος vétéran; ancien combattant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|