απότομα

Μεταφράσεις

απότομα

abruptlybrusquement (a'potoma)
επίρρημα
1. κοφτά, σκληρά μιλάω απότομα
2. γρήγορα, χωρίς προειδοποίηση βάζω απότομα τέλος σε κτ Ο καιρός άλλαξε απότομα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close