απότομος

Μεταφράσεις

απότομος

(a'potomos) αρσενικό

απότομη

(a'potomi) θηλυκό

απότομο

blunt, steep, abrupt, sharp, brusque, sheerabrupt, raide, escarpé (a'potomo) ουδέτερο
επίθετο
1. απόκρημνος απότομος δρόμος
2. απρόβλεπτος και ξαφνικός απότομη αλλαγή
3. καθόλου ευγενικός απότομοι τρόποι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close