| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.844.406 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απόφαση |
0,02 sec. |
|
απόφαση beskikking beslutning Entscheidung decision decido decisión decido arrêté, décision החלטה decisione beslissing, besluit decyzja decisão karar قرار rozhodnutí päätös odluka 決定 결심 avgjørelse решение beslut การตัดสินใจ sự quyết định 决定 ουσ θ απόφαση [a'pofasi] 1 το αποτέλεσμα επιλογής décision; résolution παίρνω απόφαση να prendre la décision de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|