απέξω

(προωθήθηκε από απ' έξω)
Μεταφράσεις

απέξω


απ' έξω

(a'pekso)
επίρρημα
1. στην εξωτερική μεριά μένω απέξω
2. από άλλο χώρο Ο θόρυβος έρχεται απέξω.
3. οικείο από το εξωτερικό, από άλλη χώρα Είναι υποχρεωμένος να φέρνει το εμπόρευμα απέξω.
4. χωρίς κείμενο λέω ένα ποίημα απέξω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close