αράζω

Μεταφράσεις

αράζω

anchor, moor, dockse reposer (a'razo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πιάνω λιμάνι Το καράβι άραξε στο λιμάνι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close