αραδιάζω

Μεταφράσεις

αραδιάζω

(ara'ðjazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. οικείο αμολάω Αράδιασε τα πράγματά της στο τραπέζι.
2. οικείο λέω χωρίς δισταγμό αραδιάζω ψέματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close