αραιός

(προωθήθηκε από αραιό)
Μεταφράσεις

αραιός

(are'os) αρσενικό

αραιή

(are'i) θηλυκό

αραιό

sparse, thin (are'o) ουδέτερο
επίθετο
1. λίγος αραιά μαλλιά
2. με κενά ανάμεσά τους αραιά δόντια
3. που δεν έχει πήξει αραιή σάλτσα
4. σπάνιος αραιές επισκέψεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close