Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.230.213 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αρακάς

0,02 sec.
αρακάς Erbse, Erbsen, Kichererbse pea, chickpea, peas pizo pois, pois chiche zöldborsó 豌豆, エンドウ, ヒヨコマメ 완두, 병아리콩, 완두콩 žirnis erwt, doperwten, kikkererwt 豌豆, 鹰嘴豆 горох, горох турецкий بِسِلّة, حبة الحمص cizrna, hrách ærter, kikært garbanzo, guisante herneet, kikherne čičvarda, grašak cece, piselli erter, kikert ciecierzyca pospolita, groszek ervilha, ervilhas, grão de bico ärtor, kikärta ถั่วจำพวกหนึ่งมีรูปกลมเล็กสีน้ำตาลอ่อนใช้ทำอาหาร, พืชตระกูลถั่ว bezelye, nohut đậu Hà Lan, hạt đậu gà
ουσ α αρακάς [ara'kas]
λαχανικό haricot vert


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.