| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.230.213 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρακάς |
0,02 sec. |
|
αρακάς Erbse, Erbsen, Kichererbse pea, chickpea, peas pizo pois, pois chiche zöldborsó 豌豆, エンドウ, ヒヨコマメ 완두, 병아리콩, 완두콩 žirnis erwt, doperwten, kikkererwt 豌豆, 鹰嘴豆 горох, горох турецкий بِسِلّة, حبة الحمص cizrna, hrách ærter, kikært garbanzo, guisante herneet, kikherne čičvarda, grašak cece, piselli erter, kikert ciecierzyca pospolita, groszek ervilha, ervilhas, grão de bico ärtor, kikärta ถั่วจำพวกหนึ่งมีรูปกลมเล็กสีน้ำตาลอ่อนใช้ทำอาหาร, พืชตระกูลถั่ว bezelye, nohut đậu Hà Lan, hạt đậu gà |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|