αργαλειός

Μεταφράσεις

αργαλειός

loom (arɣa'ʎos)
ουσιαστικό αρσενικό
εργαλείο με το οποίο υφαίνει κν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close