Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.729.917 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αργός

0,02 sec.
αργός stadig crude, slow, late, tardy lento lent lassú langzaam, traag langsom lento, devagar långsam ağır, yavaş بطئ pomalý langsom langsam hidas spor lento 遅い 느린 powolny медленный ช้า chậm chạp 缓慢的
επίθ α / θ / ουδ αργός, αργή, αργό [ar'ɣos, ar'ʝi, ar'ɣo]
που δεν είναι γρήγορος lent, lente
Είναι αργός στη δουλειά. Il est lent au travail.
αργός θάνατος une mort lente
σε αργή κίνηση
αργά doucement
επίρρ αργά [ar'ɣa]
1 χωρίς βιασύνη doucementlentement
περπατάω αργά marcher doucement
μιλάω αργά parler lentement
2 σε προχωρημένη ώρα tardtardivement
ξυπνάω αργά se réveiller tard
3 με καθυστέρηση tard
Έφτασε πολύ αργά. Ιl est arrivé (trop) tard.
αργά ή γρήγορα
κάποια στιγμή tôt ou tard
Αργά ή γρήγορα θα γυρίσει. Il reviendra tôt ou tard.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.