αργώ

Μεταφράσεις

αργώ

tarderспізнюватися (ar'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάνω πολλή ώρα αργώ να καταλάβω Αργεί να φύγει.
2. καθυστερώ Άργησα στη δουλειά μου. Άργησε να το κάνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close