αρθρώνω

Μεταφράσεις

αρθρώνω

(ar'θrono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
προφέρω Δυσκολεύεται να αρθρώσει.
μένω άφωνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close