| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.785.596 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αριστερός |
0,01 sec. |
|
αριστερός left, port, left-wing à gauche, de gauche, gauche izquierda, izquierdo, de izquierdas جناح أيسر, يسارى levicový, levý venstre, venstrefløjs- links, linksgerichtet vasemmistolainen, vasen lijevi, ljevičarski di sinistra, sinistro 左の, 左派の 왼쪽의, 좌익의 links venstre, venstreorientert lewicowy, lewy esquerdista, esquerdo левый vänster, vänstervriden ทางซ้ายมือ, พรรคการเมืองฝ่ายซ้าย sol bên trái, thuộc cánh tả 左派的, 左边的 επίθ α / θ / ουδ αριστερός, αριστερή, αριστερό [ariste'ros, ariste'ri, ariste'ro] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|