| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.063.754 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αριστοκρατικός |
0,04 sec. |
|
αριστοκρατικός aristocratic aristocratique επίθ α / θ / ουδ αριστοκρατικός, αριστοκρατική, αριστοκρατικό [aristokrati'kos, aristokrati'ci, aristokrati'ko] 1 που ανήκει στην αριστοκρατία aristocratique αριστοκρατικός κύκλος un milieu aristocratique 2 αρχοντικός aristocratiqued'aristocrate αριστοκρατικοί τρόποι des manières aristocratiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|