| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.201.992 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αριστοκρατικός |
0,01 sec. |
|
|
αριστοκρατικός aristocratic aristocratique
επίθ α / θ / ουδ αριστοκρατικός, αριστοκρατική, αριστοκρατικό [aristokrati'kos, aristokrati'ci, aristokrati'ko] 1 που ανήκει στην αριστοκρατία aristocratique αριστοκρατικός κύκλος un milieu aristocratique 2 αρχοντικός aristocratiqued'aristocrate αριστοκρατικοί τρόποι des manières aristocratiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|