| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.415.894 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αρκώ |
0,01 sec. |
|
αρκώ ρ αμετβ αρκώ [ar'ko] ρ απρόσ αρκεί [ar'ci] Αρκεί! Φτάνει πια! Ça suffit enfin !αρκεί να δηλώνει προϋπόθεση lorsqueaussitôt que ρ μεσοπαθ αρκούμαι [ar'kume] περιορίζομαι se contenter αρκούμαι στα λίγα se contenter de peu αρκούμαι στα απαραίτητα se borner au strict nécessaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|