Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.253.019 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αρκετός

0,02 sec.
αρκετός enough, ample, considerable, tidy كاف dost nok genug bastante tarpeeksi assez dovoljan sufficiente 十分な 충분한 voldoende nok wystarczający suficiente достаточный tillräcklig พอเพียง yeterli đủ 充足的
επίθ α / θ / ουδ αρκετός, αρκετή, αρκετό [arce'tos, arce'ti, arce'to]
1 ικανοποιητικός αριθμός assezpas mal desuffisant/-ante
Έχω αρκετούς φίλους. J'ai assez d'amis.
δεν είναι αρκετό να il n'est pas suffisant (de)
έχω αρκετό χώρο για j'ai suffisamment d'espace pour
2 περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται assez
Αρκετές βλακείες άκουσα. J'en ai assez de ces bêtises.
επίρρ αρκετά [arce'ta]
1 σε ικανοποιητικό βαθμό assez
Είμαι αρκετά καλά. Je vais assez bien.
2 πολύ particulièrement
Αρκετά μίλησα σήμερα. J'ai assez parlé aujourd'hui.
Αρκετά!
φτάνει πια Ça suffit !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.