Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.119.978 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αρκτικόλεξο

0,06 sec.
αρκτικόλεξο initialism, acronym
αρκτικόλεξο sigle
αρκτικόλεξο اسم مُختَصَر
αρκτικόλεξο akronym
αρκτικόλεξο akronym
αρκτικόλεξο Akronym
αρκτικόλεξο acrónimo
αρκτικόλεξο kirjainlyhenne
αρκτικόλεξο akronim
αρκτικόλεξο acronimo
αρκτικόλεξο 頭字語
αρκτικόλεξο 두문자어
αρκτικόλεξο acroniem
αρκτικόλεξο akronym
αρκτικόλεξο akronim
αρκτικόλεξο acrónimo, acrônimo
αρκτικόλεξο аббревиатура
αρκτικόλεξο akronym
αρκτικόλεξο ตัวย่อ
αρκτικόλεξο kısaltma
αρκτικόλεξο từ viết tắt
αρκτικόλεξο 首字母缩写词


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.