| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.215.624 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρμοδιότητα |
0,01 sec. |
|
|
αρμοδιότητα kompetenco compétence competence, domain, province
ουσ θ αρμοδιότητα [armoði'otita] 2 καθήκοντα fonction; compétence οι αρμοδιότητες της γραμματέως les fonctions/les compétences de la secrétaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|