αλμυρός

(προωθήθηκε από αρμυρός)
Αναζητήσεις σχετικές με αρμυρός: αλμύρα
Μεταφράσεις

αλμυρός αρμυρός

( almi'ros armi'ros )

αλμυρή

(almi'ri) θηλυκό

αλμυρό

salty, briny, salt, salinesalézoutمـُمَلِّحslanýsaltsalzigsaladosuolainenslansalato塩気のあるsaltsłonysalgadoсоленыйsaltซึ่งมีรสเค็มtuzlumặn多盐的 (almi'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει αλάτι αλμυρό νερό
2. αλατισμένος Η σούπα είναι πολύ αλμυρή.
3. μεταφορικά ακριβός, τσουχτερός αλμυρές τιμές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close